Περισσότερα από 40 χρόνια μετά τη σφαγή που συγκλόνισε τη Βρετανία και έμεινε γνωστή ως η υπόθεση του White House Farm, νέα στοιχεία έρχονται στο φως και αναζωπυρώνουν τις αμφιβολίες γύρω από την ενοχή του Τζέρεμι Μπάμπερ. Ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα στο 999 από το αγρόκτημα όπου δολοφονήθηκαν πέντε μέλη της ίδιας οικογένειας θα μπορούσε να ανοίξει ξανά τον φάκελο για μία από τις διαβόητες υποθέσεις στην ιστορία της χώρας.
Ο Τζέρεμι Μπάμπερ, σήμερα 64 ετών, εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης για τις δολοφονίες των θετών γονιών του, Νέβιλ και Τζουν Μπάμπερ, της αδελφής του Σίλα Κάφελ και των 6χρονων δίδυμων γιων της, Ντάνιελ και Νίκολας. Και οι πέντε βρέθηκαν νεκροί στις 7 Αυγούστου 1985 στο οικογενειακό αγρόκτημα στο Έσεξ στη Βρετανία, σε μια υπόθεση που σόκαρε τη βρετανική κοινή γνώμη.
Όταν οι αστυνομικοί μπήκαν τελικά στο σπίτι, έπειτα από πολύωρη πολιορκία, αντίκρισαν ένα σκηνικό φρίκης. Ανάμεσα στα πιο συγκλονιστικά ευρήματα ήταν η εικόνα του μικρού Ντάνιελ, που βρέθηκε νεκρός με τον αντίχειρά του ακόμη στο στόμα.
Το τηλεφώνημα που αλλάζει τα δεδομένα
Από την πρώτη στιγμή ο Μπάμπερ υποστήριζε ότι δεν είχε καμία εμπλοκή και ότι η αδελφή του, η οποία έπασχε από παρανοϊκή σχιζοφρένεια, σκότωσε τα μέλη της οικογένειας πριν αυτοκτονήσει.
Σήμερα, οι υποστηρικτές του θεωρούν πως βρήκαν το στοιχείο που μπορεί να δικαιώσει τους ισχυρισμούς του. Σύμφωνα με το νέο ντοκιμαντέρ του Channel 5, Jeremy Bamber: Proof of Innocence – The Missing Phone Call, ένας εθελοντής που ερευνούσε την υπόθεση εντόπισε σε αρχείο της αστυνομίας του Έσεξ μια αναφορά σε τηλεφώνημα έκτακτης ανάγκης που φέρεται να πραγματοποιήθηκε από το εσωτερικό του αγροκτήματος.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι ένορκοι είχαν ενημερωθεί ότι μετά από ένα τηλεφώνημα που φέρεται να έκανε ο Νέβιλ Μπάμπερ στον γιο του, το ακουστικό παρέμεινε σηκωμένο, επιτρέποντας στην τηλεφωνική εταιρεία και στην αστυνομία να παρακολουθούν τη γραμμή.
Ωστόσο, η δημοσιογράφος Ρέιτσελ Άβιβ Μπλέικ εντόπισε τον πρώην τηλεφωνητή του κέντρου επειγόντων περιστατικών, Νίκολας Μίλμπανκ, ο οποίος φέρεται να έδωσε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή.
Σύμφωνα με όσα είπε, στις 6:09 το πρωί κάποιος κάλεσε το 999 από μέσα στο σπίτι. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι άκουσε κινήσεις ή φωνές στο παρασκήνιο. Όταν ρωτήθηκε αν αυτό σήμαινε ότι κάποιος βρισκόταν ακόμη ζωντανός μέσα στο αγρόκτημα, απάντησε: «Προφανώς».
Ένα πιθανό άλλοθι για τον Μπάμπερ
Αν η μαρτυρία αυτή αποδειχθεί ακριβής, θα μπορούσε να έχει καθοριστική σημασία για την υπόθεση. Εκείνη την ώρα ο Μπάμπερ βρισκόταν ήδη έξω από το σπίτι μαζί με αστυνομικούς, γεγονός που, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, του προσφέρει ισχυρό άλλοθι και υπονομεύει το κατηγορητήριο που τον παρουσίασε ως δράστη και των πέντε δολοφονιών.
Οι ισχυρισμοί κατατέθηκαν στην Επιτροπή Αναθεώρησης Ποινικών Υποθέσεων (CCRC), ωστόσο η διαχείρισή τους προκάλεσε νέα αντιπαράθεση. Η νομική ομάδα του Μπάμπερ υποστηρίζει ότι η επιτροπή δεν πήρε η ίδια κατάθεση από τον Μίλμπανκ, αλλά ανέθεσε την υπόθεση στην αστυνομία του Έσεξ, δηλαδή στην ίδια υπηρεσία που είχε δεχθεί στο παρελθόν επικρίσεις για τον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης.
Αργότερα, ο Μίλμπανκ φέρεται να ανακάλεσε τα λεγόμενά του, παραπέμποντας σε παλαιότερη κατάθεσή του, στην οποία δεν υπήρχε καμία αναφορά σε τηλεφώνημα ή σε ήχους από το εσωτερικό του σπιτιού.
Στο ντοκιμαντέρ παρεμβαίνει και η δικηγόρος Έμιλι Μπόλτον, γνωστή για την ανατροπή της άδικης καταδίκης του Άντριου Μάλκινσον για βιασμό. Η ίδια δηλώνει ότι η υπόθεση του Μπάμπερ φέρει όλα τα χαρακτηριστικά μιας πιθανής δικαστικής πλάνης.
«Είναι παράλογο να αφήνεται η ίδια η ανακριτική αρχή να λαμβάνει κατάθεση από έναν άνθρωπο που ουσιαστικά αμφισβητούσε την αστυνομική εκδοχή των γεγονότων», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Πριν η νομική ομάδα του Μπάμπερ προλάβει να προχωρήσει σε επίσημη καταγγελία, ο Μίλμπανκ πέθανε, αφήνοντας αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τις αντικρουόμενες εκδοχές.
Οι επιστολές της Σίλα και οι νέες βαλλιστικές εξετάσεις
Το ντοκιμαντέρ φέρνει στο φως και μια σειρά επιστολών που φέρεται να είχε γράψει η Σίλα Κάφελ πριν από τις δολοφονίες. Σε μία από αυτές προς τη μητέρα της αναφέρει ότι «οι εφημερίδες και η αστυνομία σύντομα θα καθαρίσουν όλο αυτό το βρόμικο χάος» και ότι η ίδια μαζί με τα παιδιά της θα «βρουν ανάπαυση».
Σύμφωνα με την εκπομπή, η αστυνομία του Έσεξ είχε χαρακτηρίσει δυσανάγνωστα τα χειρόγραφα και δεν τα είχε παραδώσει στην υπεράσπιση.
Παράλληλα, νέα βαλλιστική εξέταση από τον ειδικό Φίλιπ Μπόις αμφισβητεί ακόμη ένα βασικό στοιχείο της κατηγορίας. Η εισαγγελία είχε υποστηρίξει ότι η Σίλα δεν μπορούσε να αυτοπυροβοληθεί εάν στο όπλο υπήρχε σιγαστήρας. Ωστόσο, οι νέες δοκιμές φέρονται να καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε σιγαστήρας στο όπλο, ενισχύοντας το σενάριο της αυτοκτονίας.
Η μαρτυρία που οδήγησε στην καταδίκη
Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τα πρώτα στάδια της έρευνας η Σίλα θεωρούνταν η βασική ύποπτη. Η κατεύθυνση της έρευνας άλλαξε όταν η πρώην σύντροφος του Μπάμπερ, Τζούλι Μάγκφορντ, κατέθεσε ότι της είχε εξομολογηθεί σχέδιο εξόντωσης της οικογένειάς του.
Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι είχε συμφωνήσει να πουλήσει την ιστορία της στην εφημερίδα News of the World έναντι 25.000 λιρών, εφόσον ο Μπάμπερ καταδικαζόταν.
Η Έμιλι Μπόλτον θεωρεί ότι πολλά από τα στοιχεία που αναδύονται σήμερα θα έπρεπε να είχαν παρουσιαστεί στους ενόρκους το 1986. «Τα στοιχεία αυτά έπρεπε να είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου. Δεν συνέβη και γι’ αυτό η καταδίκη πρέπει να ακυρωθεί», υποστηρίζει.
Παρά τις νέες αμφιβολίες, ο Τζέρεμι Μπάμπερ εξακολουθεί να κρατείται στις φυλακές του Γουέικφιλντ, παραμένοντας ένας από τους ελάχιστους κρατούμενους στη Βρετανία που εκτίουν ποινή ισόβιας κάθειρξης χωρίς καμία προοπτική αποφυλάκισης.
Πηγή: www.newsit.gr
