Από το 2017 μέχρι σήμερα, το Volkswagen T-Roc έχει καταφέρει κάτι που κάθε κατασκευαστής θα ήθελε να πετύχει τουλάχιστον μία φορά με κάποιο μοντέλο του: να γίνει σημείο αναφοράς στην κατηγορία του.
Με περισσότερες από δύο εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως, το γερμανικό SUV δεν χρειάζεται να αποδείξει την εμπορική του επιτυχία. Η δεύτερη γενιά του, όμως, έχει να αποδείξει κάτι διαφορετικό. Ότι μπορεί να γίνει καλύτερη χωρίς να χάσει τίποτα από όσα την έφεραν μέχρι εδώ.
Οι 116 ίπποι αποδεικνύονται αρκετοί, αφήνοντας την ισορροπία ανάμεσα σε άνεση, ποιότητα και καθημερινή χρηστικότητα να γίνει το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του VW T-Roc
Και για να το πετύχει αυτό, η Volkswagen φαίνεται πως επέλεξε τον ασφαλή δρόμο. Δεν άλλαξε τη φιλοσοφία, αλλά επενέβη εκεί όπου υπήρχε πραγματικό περιθώριο βελτίωσης.
Μεγαλύτερες διαστάσεις, περισσότεροι χώροι, αναβαθμισμένη ποιότητα, περισσότερη τεχνολογία και ένα σαφώς πιο ώριμο οδηγικό προφίλ συνθέτουν ένα T-Roc που, όπως το γνωρίσαμε στην έκδοση των 150 ίππων πριν από λίγους μήνες, θέλει πλέον να κοιτάξει λίγο ψηλότερα.
Τι ισχύει όμως με τη βασική μηχανική επιλογή της γκάμας; Είναι οι 116 ίπποι αρκετοί για ένα αυτοκίνητο που έχει μεγαλώσει σε διαστάσεις, χώρους και απαιτήσεις;
Η δεύτερη γενιά του T-Roc βασίζεται στην πλατφόρμα MQB evo και έχει μεγαλώσει αισθητά. Το μήκος φτάνει τα 4,37 m, το πλάτος τα 1,83 και το ύψος τα 1,56 m, με το μεταξόνιο των 2,63 m να έχει αυξηθεί κατά περίπου 3 cm. Παρά την αύξηση των διαστάσεων, όμως, το αυτοκίνητο παραμένει ευέλικτο και εύκολο στην καθημερινή χρήση.
Σχεδιαστικά, η Volkswagen επέλεξε μια πιο σύγχρονη προσέγγιση για τη νέα γενιά, αντλώντας στοιχεία τόσο από την οικογένεια ID. όσο και από τα μεγαλύτερα Tiguan και Tayron. Το εμπρός μέρος είναι πιο επιβλητικό, οι λεπτές φωτιστικές μονάδες LED δημιουργούν μια χαρακτηριστική φωτεινή υπογραφή και οι πλουσιότερες εκδόσεις με φωτεινή λωρίδα και φωτιζόμενους λογότυπους προσθέτουν μια πιο premium πινελιά.
Πίσω, η ενιαία φωτεινή μπάρα τονίζει το πλάτος του αμαξώματος, ενώ στο προφίλ η κεκλιμένη γραμμή της οροφής διατηρεί εκείνη τη γνώριμη κουπεδίστικη εμφάνιση που έκανε το T-Roc να ξεχωρίσει εξαρχής. Παράλληλα, η βελτίωση της αεροδυναμικής κατά 10%, με συντελεστή οπισθέλκουσας Cd 0,29, λειτουργεί ευεργετικά τόσο στη μείωση της κατανάλωσης στα ταξίδια όσο και του αεροδυναμικού θορύβου.
Η σημαντικότερη αλλαγή, ωστόσο, βρίσκεται στην καμπίνα. Εδώ έχει γίνει ένα σημαντικό ποιοτικό άλμα. Στο επάνω μέρος του ταμπλό συναντάμε μαλακά στην αφή και υφασμάτινα υλικά, ενώ ακόμη και εκεί όπου χρησιμοποιούνται σκληρά πλαστικά η συναρμογή είναι προσεγμένη. Η συνολική εικόνα παραπέμπει πλέον περισσότερο στα μεγαλύτερα μοντέλα της Volkswagen παρά σε ένα SUV που βρίσκεται στο κατώφλι της κόμπακτ κατηγορίας.
Εμπρός από τον οδηγό υπάρχει ψηφιακός πίνακας οργάνων 8″ ή 10”, ανάλογα με την έκδοση, ενώ στο κέντρο υπάρχει η οθόνη αφής 10,3″ ή 12,9”. Το λογισμικό είναι γρήγορο και σαφώς πιο φιλικό, με ελληνικό μενού, δυνατότητα συνδεσιμότητας και ενσωμάτωση του ChatGPT.
Θετικό είναι επίσης ότι η Volkswagen άκουσε την κριτική και επανέφερε τα φυσικά πλήκτρα στο τιμόνι, αντικαθιστώντας τα δύσχρηστα πλήκτρα αφής. Στην κεντρική κονσόλα βρίσκουμε τον περιστροφικό διακόπτη Driving Experience Control, μέσω του οποίου ο οδηγός μπορεί να διαχειριστεί την ένταση του ήχου, τα προφίλ οδήγησης και, ανάλογα με την έκδοση, τον ατμοσφαιρικό φωτισμό.
Ο χειρισμός του κλιματισμού παραμένει όμως σε μεγάλο βαθμό μέσα στην οθόνη του infotainment. Υπάρχουν οι αντίστοιχες επιφάνειες αφής για τη θερμοκρασία, όμως για τις υπόλοιπες λειτουργίες χρειάζεται να μπεις στα αντίστοιχα μενού. Δεν είναι το πιο πρακτικό στοιχείο μιας κατά τα άλλα πολύ ποιοτικότερης και καλύτερα οργανωμένης καμπίνας.
Η αύξηση των διαστάσεων έχει άμεσο αντίκτυπο στους χώρους. Οι εμπρός επιβάτες κάθονται άνετα και η θέση οδήγησης είναι σωστά μελετημένη, ενώ πίσω υπάρχει πλέον αισθητά περισσότερος χώρος για τα γόνατα και το κεφάλι.
Ακόμη και δύο ψηλόσωμοι ενήλικοι μπορούν να ταξιδέψουν χωρίς ουσιαστικούς συμβιβασμούς. Ο τρίτος επιβάτης θα χρειαστεί φυσικά να κάνει κάποιες παραχωρήσεις, όπως συμβαίνει στα περισσότερα αυτοκίνητα αυτού του μεγέθους.
Το πορτμπαγκάζ των 475 lt είναι επίσης ένα από τα δυνατά χαρτιά του νέου T-Roc. Έχει αυξηθεί κατά 30 lt, διαθέτει χαμηλό κατώφλι φόρτωσης και ρυθμιζόμενο πάτωμα, ενώ με την αναδίπλωση των πίσω καθισμάτων η χωρητικότητα φτάνει τα 1.350 lt. Πρόκειται για τιμές που το φέρνουν στην κορυφή της κατηγορίας σε ό,τι αφορά την πρακτικότητα.
Κάτω από το καπό βρίσκεται ο 4κύλινδρος 1.5 TSI evo2. Στην έκδοση που δοκιμάζουμε αποδίδει 116 PS και 220 Nm, με τη μέγιστη ροπή να είναι διαθέσιμη από τις 1.500 rpm. Συνεργάζεται αποκλειστικά με το 7άρι κιβώτιο DSG και ένα ήπιο υβριδικό σύστημα 48V.
Η συγκεκριμένη τεχνολογία δεν επιτρέπει στο T-Roc να κινηθεί 100% ηλεκτρικά. Παίζει όμως διαρκώς έναν υποστηρικτικό ρόλο, βοηθώντας στις εκκινήσεις και στις χαμηλές στροφές τον TSI να είναι πιο ροπάτος και θετικός στις επιταχύνσεις. Πέρα από τον ήπιο υβριδισμό, ο 1.5 TSI evo2 διαθέτει μια σειρά από τεχνολογίες που στοχεύουν στην καλύτερη αποδοτικότητα: τούρμπο μεταβλητής γεωμετρίας, λειτουργία σε κύκλο Miller, άμεσο ψεκασμό έως 350 bar και σύστημα απενεργοποίησης κυλίνδρων ACTplus. Όλα αυτά λειτουργούν στο παρασκήνιο, χωρίς να απαιτούν οποιαδήποτε επέμβαση από τον οδηγό.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι πως στην πράξη οι 116 ίπποι αποδεικνύονται αρκετοί. Από τα πρώτα χιλιόμετρα γίνεται σαφές ότι δεν οδηγείς ένα αυτοκίνητο που «υποφέρει» από έλλειψη ισχύος. Η ροπή εμφανίζεται χαμηλά, το DSG κρατά τον κινητήρα στο σωστό εύρος λειτουργίας και το σύνολο κινείται με αξιοπρεπή σπιρτάδα, ειδικά στην πόλη.
Φυσικά, η έκδοση με τους 150 ίππους που είχαμε δοκιμάσει παλιότερα έχει πλεονέκτημα στα ταξίδια, στις έντονες επιταχύνσεις και κυρίως όταν το αυτοκίνητο είναι πλήρως φορτωμένο. Στην καθημερινότητα, όμως, η διαφορά δεν είναι τόσο μεγάλη όσο θα περίμενε κανείς βλέποντας απλώς τα τεχνικά χαρακτηριστικά.
Το DSG εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα καλύτερα σημεία του συνόλου. Οι αλλαγές είναι γρήγορες και ομαλές, η κλιμάκωση σωστή και στις περισσότερες περιπτώσεις το κιβώτιο επιλέγει ακριβώς τη σχέση που χρειάζεσαι. Μόνο στις πολύ αργές εκκινήσεις μπορεί να εμφανίσει εκείνη τη μικρή διστακτικότητα που χαρακτηρίζει τα κιβώτια διπλού συμπλέκτη.
Σε ό,τι αφορά την κατανάλωση, κατά τη διάρκεια της δοκιμής μας η μέση τιμή κινήθηκε στα 7,7 lt/100 km. Σε πιο ήπια χρήση και με περισσότερα χιλιόμετρα στον ανοιχτό δρόμο μπορεί να πέσει αισθητά χαμηλότερα, με τον 1.5 eTSI να αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποδοτικός για τα δεδομένα ενός SUV αυτού του μεγέθους.
Αν υπάρχει ένα σημείο όπου το νέο T-Roc κάνει πραγματικά τη διαφορά, αυτό είναι η συμπεριφορά στον δρόμο. Η στάνταρ ανάρτηση πολλαπλών συνδέσμων στον πίσω άξονα σε όλες τις εκδόσεις λειτουργεί προς όφελος τόσο της άνεσης όσο και της οδικής συμπεριφοράς.
Το T-Roc δεν είναι ούτε υπερβολικά σφιχτό ούτε μαλακό. Η ανάρτηση απορροφά αποτελεσματικά τις περισσότερες ανωμαλίες και η κύλιση παραμένει πολιτισμένη, ακόμη και σε δρόμους με κακή ποιότητα ασφάλτου. Στις στροφές, το αυτοκίνητο ελέγχεται αποτελεσματικά, η πρόσφυση είναι υψηλή και οι αντιδράσεις προβλέψιμες. Ακόμη και όταν ο ρυθμός ανέβει, δεν σε αιφνιδιάζει με απότομες μεταφορές βάρους, διατηρώντας σταθερά μια αίσθηση σιγουριάς και ελέγχου.
Το τιμόνι έχει σωστό βάρος και καλή ακρίβεια, επιτρέποντάς σου να τοποθετείς με ευκολία το αυτοκίνητο στον δρόμο. Δεν είναι υπερβολικά ελαφρύ στην πόλη ούτε γίνεται βαρύ όταν αυξάνεται η ταχύτητα, ενώ η συνολική του λειτουργία ταιριάζει απόλυτα με τον χαρακτήρα του T-Roc.
Στον αυτοκινητόδρομο, η εικόνα είναι ακόμη καλύτερη. Η ποιότητα κύλισης, η σταθερότητα και η ηχομόνωση παραπέμπουν σε αυτοκίνητο μεγαλύτερης κατηγορίας. Το T-Roc μπορεί να ταξιδεύει για ώρες με υψηλή ταχύτητα χωρίς να κουράζει οδηγό και επιβάτες, με τα συστήματα υποβοήθησης να λειτουργούν πλέον πιο ομαλά και φυσικά, ενισχύοντας την αίσθηση ασφάλειας χωρίς να παρεμβαίνουν ενοχλητικά στην οδήγηση.
Το νέο Volkswagen T-Roc δεν προσπάθησε να γίνει κάτι διαφορετικό. Προσπάθησε να γίνει καλύτερο σε όλα όσα ήδη έκανε καλά. Και αυτή είναι τελικά η μεγαλύτερη επιτυχία του.
Η έκδοση των 116 PS είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική της νέας γενιάς. Δεν έχει τη δύναμη του 150άρη, όμως διαθέτει αρκετή απόδοση για να καλύψει χωρίς πρόβλημα τις καθημερινές ανάγκες, συνεργάζεται εξαιρετικά με το DSG και διατηρεί την κατανάλωση σε λογικό επίπεδο.
Την ίδια στιγμή, παίρνεις ένα SUV με πολύ καλούς χώρους, πορτμπαγκάζ 475 lt, πλούσιο εξοπλισμό, προηγμένη τεχνολογία και ποιότητα κύλισης που ξεφεύγει από τα δεδομένα ενός τυπικού B-SUV.
Με τιμή που ξεκινά από €28.590 στην έκδοση Trend, το Volkswagen T-Roc 1.5 eTSI 116 PS δεν είναι φθηνό αυτοκίνητο. Είναι όμως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη πρόταση που βασίζεται στην ισορροπία.
Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το σημαντικότερο πλεονέκτημα της βασικής έκδοσης: αποδεικνύει ότι στο νέο T-Roc δεν χρειάζεται να πληρώσεις για τους 150 PS για να πάρεις ένα πραγματικά ολοκληρωμένο αυτοκίνητο.
| Volkswagen T-Roc 1.5 eTSI 116 PS | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Τι λέει το DRIVE | Οι 116 ίπποι επαρκούν για τις καθημερινές ανάγκες, ενώ το DSG, η άνεση, η ποιότητα κύλισης και οι χώροι δημιουργούν ένα SUV που ανταποκρίνεται με συνέπεια σε κάθε χρήση. | |||||
| Τιμή | Από €30.490 (€29.890 με την έκπτωση) | |||||
| ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ | ||||||
| Τεχνολογία | MHEV, 1.498 cc, i4, 16v, τούρμπο, 116 PS/5.000-6.000 rpm, 220 Nm/1.500-3.000 rpm, ήπιο υβριδικό σύστημα 48V, ηλεκτρικό μοτέρ 19 PS, μπαταρία ιόντων λιθίου, κίνηση εμπρός, αυτόματο κιβώτιο διπλού συμπλέκτη επτά σχέσεων | |||||
| Απόδοση | 116 PS, 220 Nm | |||||
| Διαστάσεις | 4.372 x 1.828 x 1.573 mm | |||||
| Χώρος αποσκευών | 475-1.350 lt | |||||
| Βάρος | 1.465 kg | |||||
| ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ | ||||||
| 0-100 km/h | 10,6″ | |||||
| Τελική ταχύτητα | 196 km/h | |||||
| Μέση κατανάλωση* | 7,7 lt/100 km | |||||
| Εκπομπές CO2 | 125 g/km | |||||
| Μέτρηση DRIVE* | ||||||
| Φωτογραφίες DRIVE Media Group/Θανάσης Κουτσογιάννης | ||||||
Πηγή: www.drive.gr
