Ένα σκοτεινό κουβάρι βίας, χρημάτων και μυστηρίου ξετυλίγεται πίσω από τη βομβιστική επίθεση που σημειώθηκε στις 29.06.2026 έξω από το πολυτελές διαμέρισμα του Ουκρανού ολιγάρχη Βαντίμ Γερμολάεφ στο Μονακό.
Ο Γερμολάεφ, ο οποίος υποβλήθηκε σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις μετά την έκρηξη στο Μονακό, στην πρώτη του συνέντευξη στο CNN, δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ποιος ήθελε να τον σκοτώσει. «Δεν είχα ποτέ εχθρούς. Δεν είμαι άνθρωπος που προκαλεί συγκρούσεις», δήλωσε στο CNN.
Ο επιχειρηματίας είχε δημιουργήσει την περιουσία του κυρίως στον τομέα των ακινήτων στο Ντνίπρο και είχε βρεθεί στη λίστα με τους πλουσιότερους Ουκρανούς. Το 2023 η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις για επιχειρηματική δραστηριότητα στην κατεχόμενη Κριμαία, κατηγορία την οποία αρνείται.
Ο μεγαλύτερος γιος του, Αρτούρ, έχει επίσης βρεθεί στο επίκεντρο μεγάλης υπόθεσης απάτης στην Ευρώπη. Σύμφωνα με εσθονικά δικαστικά έγγραφα, καταδικάστηκε για τη λειτουργία δικτύου τηλεφωνικής απάτης που φέρεται να απέσπασε περίπου 100 εκατ. ευρώ από θύματα.
Ο Γερμολάεφ αρνείται κάθε σχέση με το δίκτυο και απορρίπτει επίσης την πιθανότητα κάποιος από την οικογένειά του να έδωσε εντολή για τη δολοφονία του.
Το βασικό ερώτημα παραμένει ποιος βρισκόταν πίσω από την επίθεση, ποιος τον ήθελε νεκρό.
Ο ίδιος θεωρεί ότι η βομβίστρια Αναστασία Μπερεζόφσκα – η βασική ύποπτη για την τοποθέτηση της βόμβας με στόχο να βγάλει από τη μέση τον Ουκρανό ολιγάρχη που βρέθηκε τελικά νεκρή και θαμμένη κοντά στο Κίεβο με μια σφαίρα στο κεφάλι – ήταν απλώς ένα «πιόνι» και ότι κάποιος άλλος οργάνωσε την επιχείρηση.


«Δεν ήταν ο βασικός παίκτης σε αυτή την ιστορία», είπε. «Νομίζω ότι ήταν απλώς μια αφελής επιχειρησιακή πράκτορας».
Πηγές που γνωρίζουν την ουκρανική έρευνα εκτιμούν επίσης ότι πιθανότατα λειτουργούσε για λογαριασμό άλλων, με βασικό κίνητρο τα χρήματα.
Η Μπερεζόφσκα, όμως, δεν πρόλαβε να μιλήσει. Στην κηδεία της, στο χωριό όπου μεγάλωσε, το φέρετρο παρέμεινε κλειστό.
Πλέον, οι δύο άνδρες που κατηγορούνται για τη δολοφονία της βρίσκονται αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη. Το ποιος έδωσε την εντολή για την επίθεση στον Γερμολάεφ παραμένει, ωστόσο, το μεγαλύτερο αναπάντητο ερώτημα της υπόθεσης.
Το χρονικό της εμπρηστικής επίθεσης
Η έκρηξη σημειώθηκε λίγο πριν από την είσοδο του σπιτιού του, την ώρα που ο επιχειρηματίας επέστρεφε μαζί με την οικογένειά του. Ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά, ενώ τραυματίστηκαν επίσης η σύντροφός του και ο 13χρονος γιος του.
Ο Γερμολάεφ περιγράφει τη στιγμή της έκρηξης ως μια στιγμή απόλυτου χάους. Αρχικά, οι αστυνομικοί αναζητούσαν έναν άνδρα με μαύρο καπέλο. Τρεις ημέρες αργότερα, όμως, διαπίστωσαν ότι ο ύποπτος ήταν μια 39χρονη γυναίκα, η Αναστασία Μπερεζόφσκα, Ουκρανή μητέρα ενός παιδιού, η οποία έφερε ένα μεγάλο τατουάζ με φίδι στο χέρι.
Η γυναίκα δεν είχε ποινικό μητρώο ούτε υπήρχε κάποια σύνδεσή της με τον Γερμολάγιεφ, έτσι δεν είχε γίνει σαφές ποιο θα μπορούσε να είναι το κίνητρό της.
Η έρευνα, η διαφυγή στην Ουκρανία, τα 7.000 ευρώ και η εξαφάνιση
Οι Αρχές του Μονακό κινητοποίησαν περίπου 250 αστυνομικούς μέσα σε λίγες ώρες μετά την έκρηξη, ενώ ειδική ομάδα περίπου 70 ερευνητών εξέτασε υλικό από κάμερες ασφαλείας.
Σύμφωνα με τις έρευνες, η Μπερεζόφσκα είχε βρεθεί πολλές φορές έξω από το σπίτι του επιχειρηματία. Σε κάμερες ασφαλείας εμφανίζεται να φορά μαύρο καπέλο, φαρδιά μπλούζα και παντελόνι, ενώ σε μία από τις εμφανίσεις της δεν είχε καλυμμένο το πρόσωπό της. Οι ερευνητές φέρεται να αξιοποίησαν αυτή την εικόνα, αλλά και το χαρακτηριστικό τατουάζ της, για να την ταυτοποιήσουν.
Η Μπερεζόφσκα κατάφερε να φύγει από το Μονακό και να περάσει στη Γαλλία. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τους ερευνητές, κινήθηκε οδικώς μέσω Ιταλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών έως τη Γερμανία, όπου εγκατέλειψε το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο. Από εκεί ταξίδεψε με λεωφορείο μέσω Πολωνίας και επέστρεψε στην Ουκρανία.
Πέρασε τα σύνορα την 1η Ιουλίου, πριν οι Αρχές την αναγννωρίσουν και αρχίσουν να την αναζητούν.
Η Μπερεζόφσκα ζούσε ως πρόσφυγας στο Χόφχαϊμ, κοντά στη Φρανκφούρτη. Ήταν χωρισμένη από τον πρώτο σύζυγό της και σε διάσταση με τον δεύτερο, έναν άνδρα περίπου 30 χρόνια μεγαλύτερό της.
Δικαστικά έγγραφα δείχνουν ότι το 2022 είχε προσφύγει στη δικαιοσύνη ζητώντας διατροφή από τον δεύτερο σύζυγό της. Είχε έναν επτάχρονο γιο, τον οποίο, σύμφωνα με τις ουκρανικές Αρχές, είχε στείλει στην Ουκρανία λίγες εβδομάδες πριν ταξιδέψει στο Μονακό.
Οι κάτοικοι του χωριού Χοροντίστσε, όπου γεννήθηκε και όπου εξακολουθούσε να ζει η μητέρα της, δήλωσαν έκπληκτοι από το γεγονός όταν το έμαθαν. Οι γείτονες είπαν ότι επρόκειτο για μια γυναίκα για την οποία δεν είχαν ακούσει κάτι αρνητικό.
Μετά την επιστροφή της στην Ουκρανία, η Μπερεζόφσκα φέρεται να ζήτησε από τη μητέρα της να τη μεταφέρει σε πρατήριο καυσίμων. Από εκεί πήρε ταξί και κατευθύνθηκε σε σημείο που της είχε υποδειχθεί μέσω GPS, κοντά στον δρόμο προς το Κίεβο. Εκεί, σύμφωνα με τις εισαγγελικές Αρχές, την παρέλαβε ένα μαύρο BMW.
Στο όχημα βρίσκονταν δύο άνδρες, ο Βλάντισλαβ Ρόιτ και ο Βιτάλι Ζικόβιτς. Οι ουκρανικές Αρχές υποστηρίζουν ότι οι δύο άνδρες είχαν επικοινωνία με την Μπερεζόφσκα πριν από την επίθεση και ότι της είχαν καταβάλει συνολικά περίπου 6.000 έως 7.000 ευρώ μέσω κρυπτονομισμάτων και τραπεζικών μεταφορών.
Ο δικηγόρος του Ζικόβιτς υποστηρίζει ότι ο πελάτης του πίστευε πως συμμετείχε σε μυστική αποστολή για λογαριασμό των ουκρανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Οι ουκρανικές Αρχές αρνούνται ότι υπήρχε τέτοια επίσημη αποστολή.
Η υπόθεση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο Ρόιτ ήταν εν ενεργεία αξιωματικός της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GUR όταν σημειώθηκε η βομβιστική επίθεση.
Η δολοφονία της Μπερεζόφσκα
Το τι ακριβώς συνέβη μετά τη συνάντηση των τριών παραμένει αντικείμενο δικαστικής έρευνας. Οι δύο άνδρες έχουν δώσει διαφορετικές εκδοχές.
Ο Ρόιτ υποστήριξε ενώπιον δικαστηρίου ότι ο Ζικόβιτς του ζήτησε να τον παραλάβει και αρχικά του είπε ότι η Μπερεζόφσκα κινδύνευε και έπρεπε να κρυφτεί.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο Ζικόβιτς έβγαλε όπλο από το σακίδιό του. Οι τρεις κατευθύνθηκαν σε δασική περιοχή κοντά στο χωριό Γιούριβ. Εκεί πυροβάλησαν και σκότωσαν την Μπερεζόφσκα.
Ο Ρόιτ αρχικά φέρεται να ομολόγησε ότι την πυροβόλησε ο ίδιος κατόπιν εντολής του Ζικόβιτς. Αργότερα, όμως, άλλαξε την κατάθεσή του και υποστήριξε ότι ο Ζικόβιτς ήταν εκείνος που τράβηξε τη σκανδάλη.
Το πτώμα εντοπίστηκε τρεις ημέρες αργότερα, όταν ο Ρόιτ οδήγησε τις Αρχές στο σημείο.
Πηγή: www.newsit.gr