Ξεπέρασαν το όριο των 4 δολαρίων το γαλόνι, οι τιμές της βενζίνης στην αντλία στις ΗΠΑ, καθώς η επανάληψη των εχθροπραξιών ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν διαταράσσουν περαιτέρω τις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, μιας κρίσιμης διαδρομής για τον παγκόσμιο εφοδιασμό σε πετρέλαιο.
Ο μέσος όρος των λιανικών τιμών της βενζίνης σε εθνικό επίπεδο αυξήθηκε πάνω από 30% αφότου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιτέθηκαν στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. Η μέση τιμή στην αντλία σήμερα (20.7.2026) ήταν 4,0030 δολάρια το γαλόνι, σύμφωνα με στοιχεία της American Automobile Association (AAA).
Η προηγούμενη φορά που η βενζίνη είχε φθάσει τα 4 δολάρια το γαλόνι ήταν στα τέλη Μαρτίου, αφότου το Ιράν σταμάτησε την κυκλοφορία μέσω του Στενού του Ορμούζ. Οι τιμές έπεσαν κάτω από το όριο αυτό τον Ιούνιο, αφότου οι ΗΠΑ και το Ιράν υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης με σκοπό τον τερματισμό του πολέμου.
Πριν από τον πόλεμο, περίπου 20% του παγκόσμιου εφοδιασμού σε πετρέλαιο περνούσε από τα Στενά.
Οι υψηλές τιμές στην αντλία έχουν γίνει ένα πολιτικά κρίσιμο σημείο για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του που θα ξεκινήσουν σύντομα προεκλογική εκστρατεία για να διατηρήσουν τις ισχνές πλειοψηφίες που διαθέτουν στο Κογκρέσο στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Οι τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν παράλληλα με τις τιμές του αργού πετρελαίου, που ενισχύθηκαν περίπου κατά 16% αυτήν την εβδομάδα μετά την κατάρρευση της κατάπαυσης πυρός ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη στις αρχές Ιουλίου.
Οι λιανικές τιμές των καυσίμων και του αργού πετρελαίου κινούνται κατά κανόνα στην ίδια κατεύθυνση καθώς το αργό ως πρώτη ύλη είναι ο κύριος παράγοντας του κόστους παραγωγής καυσίμων.
Οι ενεργειακές τιμές αυξάνονται επίσης λόγω απώλειας της ρωσικής ικανότητας διύλισης εξαιτίας των εντεινόμενων επιθέσεων της Ουκρανίας στις ενεργειακές υποδομές.
Τα χαμηλά αποθέματα καυσίμων των ΗΠΑ είναι ένας άλλος παράγοντας που ωθεί τις τιμές προς τα πάνω. Τα αποθέματα των ΗΠΑ βρίσκονταν στα 210,5 εκατομμύρια βαρέλια την περασμένη εβδομάδα, σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, περίπου 1,5 εκατ. βαρέλια χαμηλότερα από τον μέσο όρο πέντε ετών.
Πηγή: www.newsit.gr

