Στο χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ υποχώρησαν τα κόκκινα δάνεια στους ισολογισμούς των τραπεζών, όπως προκύπτει από την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Μάιο του 2026.
Σύμφωνα με την έκθεση, το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 σε 5,7 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 5,2% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024. Ο δείκτης των κόκκινων δανείων προς το σύνολο έπεσε στο 3,3%, από 3,8% έναν χρόνο νωρίτερα, καθώς η μείωση των προβληματικών ανοιγμάτων συνδυάστηκε με την αύξηση της χρηματοδότησης.
Η βελτίωση αυτή αποτυπώνει την απόσταση που έχει διανύσει το τραπεζικό σύστημα από την περίοδο της κρίσης, όταν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα αποτελούσαν τον βασικότερο περιορισμό για την πιστωτική λειτουργία των τραπεζών. Η ΤτΕ αναφέρει ότι η πτώση του δείκτη οφείλεται κυρίως σε εισπράξεις, πωλήσεις και διαγραφές δανείων, αλλά και στην πιστωτική επέκταση, η οποία αυξάνει τον παρονομαστή του δείκτη.
Αποκλίσεις ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων
Ωστόσο, πίσω από τον συνολικό αριθμό υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις. Στα επιχειρηματικά δάνεια, ο δείκτης ΜΕΔ περιορίστηκε στο 2,2%, όμως η εικόνα δεν είναι ίδια για όλες τις επιχειρήσεις. Στις μεγάλες επιχειρήσεις τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αντιστοιχούν μόλις στο 0,9% του χαρτοφυλακίου, ενώ στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις το ποσοστό ανεβαίνει στο 4,7% και στους ελεύθερους επαγγελματίες και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις φτάνει στο 10%.
Αυτό σημαίνει ότι η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών δεν μεταφράζεται με τον ίδιο τρόπο στην πραγματική οικονομία. Οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζουν σαφώς καλύτερη εικόνα πρόσβασης και εξυπηρέτησης δανεισμού, την ώρα που τα μικρότερα επιχειρηματικά σχήματα εξακολουθούν να έχουν υψηλότερη έκθεση σε καθυστερήσεις.
Η ίδια απόκλιση φαίνεται και σε κλαδικό επίπεδο. Σύμφωνα με την ΤτΕ, τα υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων καταγράφονται στην εστίαση με 11,6%, στην αγροτική δραστηριότητα με 7%, στο εμπόριο με 6,1%, στη μεταποίηση με 4,3% και στις κατασκευές με 3,7%. Αντίθετα, πολύ χαμηλά ποσοστά εμφανίζουν η ναυτιλία με 0,2%, οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις με 0,5% και η ενέργεια επίσης με 0,5%.
Η έκθεση δείχνει και διαφορετική εικόνα ανάμεσα σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο κατέγραψε τη σημαντικότερη μείωση στα ΜΕΔ, κατά 15,2% ή 550 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, τα ΜΕΔ των νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 10,2%, δηλαδή κατά 240 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω στεγαστικών δανείων, όπου η αύξηση έφτασε τα 177 εκατ. ευρώ, και σε μικρότερο βαθμό λόγω καταναλωτικών δανείων, με αύξηση 63 εκατ. ευρώ.
Το άλλο μεγάλο κομμάτι της εικόνας βρίσκεται εκτός τραπεζικών ισολογισμών. Οι διαχειριστές πιστώσεων είχαν στο τέλος του 2025 υπό διαχείριση ανοίγματα 91,5 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 4,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024. Από αυτά, τα 81,5 δισ. ευρώ αφορούν ανοίγματα για λογαριασμό αγοραστών πιστώσεων, ενώ το 84% του συνολικού χαρτοφυλακίου των servicers αφορά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος συνδέει την ποιότητα του τραπεζικού χαρτοφυλακίου και με το διεθνές περιβάλλον. Όπως αναφέρει, ενδεχόμενη παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών, να πιέσει την ποιότητα των δανείων και να δυσκολέψει τους στόχους των τραπεζών για νέα πιστωτική επέκταση.
Πηγή: www.newsit.gr
