Μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού του κράτους στη Βουλή, καταγράφει τη βελτίωση που σημειώνει η αγορά ομολόγων μετά την πανδημία τονίζοντας ότι αυτή εξαρτάται από τη δημοσιονομική πειθαρχεία.
Ανάμεσα σε άλλα, η μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού δείχνει ότι τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου ενίσχυσαν σημαντικά την ανθεκτικότητά τους σε διεθνείς αναταράξεις.
Οι αποδόσεις τους υπέστησαν εντυπωσιακή μεταβολή την τελευταία δεκαετία, καθώς από επίπεδα άνω του 7% το 2016- τα υψηλότερα στην ευρωζώνη και κληρονομιά της κρίσης χρέους- έπεσαν το 2024 σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, αντανακλώντας μια άνευ προηγουμένου δημοσιονομική προσαρμογή. Η Ελλάδα κατάφερε, έτσι, να μετατραπεί από τον πιο ευάλωτο σε διεθνείς αναταράξεις κρατικό δανειολήπτη της ευρωζώνης σε μια χώρα που τα τελευταία τέσσερα χρόνια βρίσκεται στη μέση της σχετικής κατάταξης.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης του COVID-19 (3ο τρίμηνο 2019- 1ο τρίμηνο 2022), τα ελληνικά κρατικά ομόλογα παρουσίαζαν μεγαλύτερες διακυμάνσεις σε ημέρες αναταραχής στις αγορές από ό,τι αυτά οποιασδήποτε άλλης χώρας της ευρωζώνης- με αντίδραση υπερδιπλάσια από εκείνη των αμέσως επόμενων πιο ευάλωτων κρατικών τίτλων- και εμφάνιζαν μεγάλη εξάρτηση από τα μέτρα στήριξης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Μετά την πανδημία, από το 2ο τρίμηνο του 2022 έως το 2ο τρίμηνο του 2026, αυτή η ακραία ευαισθησία έχει εξασθενήσει σημαντικά: Η Ελλάδα κινείται πλέον σε γενικές γραμμές παράλληλα με χώρες όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία, ενώ, σύμφωνα με ορισμένους δείκτες, αντιδρά λιγότερο έντονα από την Ιταλία.
Σημαντικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η δημοσιονομική εξυγίανση, και όχι η χρηματοοικονομική μηχανική, ήταν το «κλειδί» της ελληνικής επιτυχίας. Ο δείκτης χρέους/ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των δύο περιόδων. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μείωση από οποιαδήποτε άλλη χώρα της μελέτης.
Παράλληλα, ο κρατικός προϋπολογισμός πέτυχε σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα. Η πιο ήρεμη συμπεριφορά των αγορών αντανακλά αυτή τη δημοσιονομική αξιοπιστία, καθώς οι επενδυτές απαιτούν μικρότερο ασφάλιστρο κινδύνου από έναν δανειολήπτη τον οποίο έχουν αρχίσει να εμπιστεύονται.
Το ίδιο μοτίβο ισχύει σε ολόκληρη την ευρωζώνη, καθώς εξετάζοντας και τις δέκα χώρες που μπήκαν στο «μικροσκόπιο» της μελέτης, διαπιστώνεται πως εκείνες που μείωσαν περισσότερο το χρέος τους είδαν τις αγορές ομολόγων τους να σταθεροποιούνται περισσότερο. Η Ελλάδα πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση δημοσίου χρέους και τον μεγαλύτερο περιορισμό της ευαισθησίας των ομολόγων της έναντι διεθνών αναταράξεων, ενώ χώρες στις οποίες το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου, όπως η Γαλλία και η Φινλανδία, δεν παρουσίασαν καμία τέτοια βελτίωση.
Το παραπάνω συμπέρασμα είναι αξιόπιστο. Το ίδιο εύρημα προκύπτει από τρεις ανεξάρτητους δείκτες πίεσης της αγοράς και αποτύπωσης της οικονομικής αβεβαιότητας: τον δείκτη VIX (μεταβλητότητα των μετοχών στα Χρηματιστήρια), τον δείκτη CISS (χρηματοοικονομική πίεση στην ευρωζώνη) και τον δείκτη EPU (αβεβαιότητα για την οικονομική πολιτική στις ΗΠΑ).


Μήνυμα για συνέχιση της ίδιας πορείας
Το κεντρικό μήνυμα της ανάλυσης του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής αναφέρει ότι αν και τα μηνύματα για την ελληνική οικονομία είναι θετικά, η ηρεμία στην αγορά ελληνικών ομολόγων δεν είναι εγγυημένη, αφού «τελεί υπό την αίρεση της διαρκούς εναρμόνισης με το δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο προσέλκυσε την εμπιστοσύνη των επενδυτών».
Ανάμεσα σε άλλα, επισημαίνεται ότι η δημοσιονομική πειθαρχεία που ακολουθείται θα πρέπει να συνεχιστεί και να μην υπάρξουν σημάδια χαλάρωσης, καθώς πλέον το ελληνικό χρέος περνά με την πάροδο του χρόνου από τα χέρια των δανειστών του επίσημου τομέα στα χέρια των ιδιωτών επενδυτών, η αγορά θα γίνεται πιο ευαίσθητη στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας.
Η δημοσιονομική πειθαρχία είναι απαραίτητη αλλά δεν αρκεί, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού, που τονίζει στο σημείωμα του ότι δεν θα πρέπει να αλλάξει η ατζέντα για μεταρρυθμίσεις και προσέλκυση επενδύσεων.
«Η αξιοπιστία που έχει περιορίσει το ασφάλιστρο κινδύνου έναντι της αβεβαιότητας βασίζεται σε τελική ανάλυση στην πορεία του δείκτη χρέους/ΑΕΠ, ο παρονομαστής του οποίου εξαρτάται από την ανάπτυξη. Τα συνεχιζόμενα πρωτογενή πλεονάσματα πρέπει, επομένως, να συνοδευθούν από την επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη– την ατζέντα επενδύσεων και παραγωγικότητας του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, σε συνδυασμό με μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό σύστημα, τη Δημόσια Διοίκηση και τις αγορές εργασίας και προϊόντων.
Η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, σε συνδυασμό με την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας, παραμένει η πιο ισχυρή άμυνα έναντι ενός μεταβαλλόμενου και αβέβαιου παγκόσμιου περιβάλλοντος».
Πηγή: www.newsit.gr