Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με νέο οικονομικό πονοκέφαλο, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν φέρνει πολύ μεγάλες αυξήσεις και στα λιπάσματα, προκαλώντας έντονες αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά.
Οι Βρυξέλλες εξετάζουν ήδη τις πιθανές επιπτώσεις που θα φέρει η αύξηση στα λιπάσματα, καθώς θα έχει έχει επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή, στον πληθωρισμό τροφίμων στη συνολική ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, ενώ πέρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση η παγκόσμια αγορά αναμένεται να επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό, υπό τον φόβο μιας νέας αλυσίδας ανατιμήσεων αντίστοιχης με εκείνη που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων, ενώ χώρες του Περσικού Κόλπου παράγουν σχεδόν το 50% της παγκόσμιας ουρίας και περίπου το 30% της αμμωνίας, τα οποία αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για τη γεωργία, όπως αναφέρουν πληροφορίες των Financial Times. Την ίδια στιγμή, οι στρατιωτικές συγκρούσεις και οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα έχουν οδηγήσει σε απότομη μείωση των εξαγωγών και εκτίναξη των τιμών.
Οι αυξήσεις είναι ήδη εντυπωσιακές. Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, οι τιμές της ουρίας έχουν αυξηθεί έως και 50%-55% από την έναρξη της κρίσης, ενώ τα ευρωπαϊκά συμβόλαια φυσικού αερίου κατέγραψαν άνοδο περίπου 45% μέσα σε λίγες ημέρες. Το φυσικό αέριο αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, καθώς αντιπροσωπεύει έως και το 70% του κόστους παραγωγής αζωτούχων λιπασμάτων.
Η οικονομική επίπτωση για την Ευρώπη θεωρείται πολυεπίπεδη. Πρώτον, αυξάνεται δραματικά το κόστος παραγωγής για τους αγρότες. Οι καλλιέργειες σιτηρών, καλαμποκιού και ζωοτροφών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα αζωτούχα λιπάσματα, με αποτέλεσμα η αύξηση του κόστους να περνά σχεδόν αυτόματα στις τιμές τροφίμων. Δεύτερον, οι υψηλές τιμές ενισχύουν τον πληθωρισμό σε μια περίοδο που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προσπαθεί ακόμη να επαναφέρει τη σταθερότητα τιμών μετά την ενεργειακή κρίση των προηγούμενων ετών.
Οι Βρυξέλλες ανησυχούν ιδιαίτερα για τις πιο ευάλωτες αγροτικές οικονομίες. Η Ιρλανδία, για παράδειγμα, θεωρείται από τις πλέον εκτεθειμένες χώρες λόγω της μεγάλης εξάρτησής της από εισαγόμενα λιπάσματα και του έντονα κτηνοτροφικού της μοντέλου. Παρόμοιοι φόβοι εκφράζονται και για άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες που βασίζονται σε εισαγόμενες πρώτες ύλες για τη γεωργία τους.
Παράλληλα, η κρίση αποκαλύπτει ξανά το στρατηγικό πρόβλημα της Ευρώπης, το οποίο δεν είναι άλλο από την εξάρτησή της από εξωτερικές ενεργειακές και βιομηχανικές αλυσίδες. Μετά το ρωσικό φυσικό αέριο, τώρα τα λιπάσματα εξελίσσονται σε νέο πεδίο γεωπολιτικής πίεσης. Η Κομισιόν εξετάζει ήδη μέτρα για ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής λιπασμάτων και μεγαλύτερη διαφοροποίηση προμηθευτών, επιδιώκοντας να μειώσει τη γεωοικονομική ευαλωτότητα της Ένωσης.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι αν η κρίση παραταθεί, οι συνέπειες μπορεί να είναι βαθύτερες από μια απλή αύξηση τιμών. Η μείωση χρήσης λιπασμάτων από τους παραγωγούς ενδέχεται να οδηγήσει σε χαμηλότερες αποδόσεις καλλιεργειών, περιορισμό προσφοράς τροφίμων και νέο κύμα διεθνούς επισιτιστικής πίεσης μέσα στο 2026 και το 2027.
Στην πραγματικότητα, η αγορά λιπασμάτων μετατρέπεται σε ακόμη έναν δείκτη του πώς οι γεωπολιτικές συγκρούσεις μεταφέρονται άμεσα στην πραγματική οικονομία. Και αυτή τη φορά, η απειλή δεν αφορά μόνο την ενέργεια, αλλά το ίδιο το κόστος διατροφής εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών.
Πηγή: www.newsit.gr
