Για λίγα μόλις δευτερόλεπτα και μέτρα, στάθηκαν τυχεροί οι επιβάτες ενός αεροσκάφους Boeing 737 Max που γλίτωσε την αεροπορική τραγωδία στο Ηνωμένο Βασίλειο, όταν πραγματοποίησε απογείωση σχεδόν στο τέλος του διαδρόμου, επειδή οι πιλότοι είχαν περάσει λανθασμένα στοιχεία στον υπολογιστή πτήσης.
Το αεροσκάφος σηκώθηκε από το έδαφος με μόλις 162 μέτρα διαδρόμου να απομένουν, απόσταση που αντιστοιχεί σε λίγο περισσότερο από δύο δευτερόλεπτα πτήσης. Αν η απογείωση καθυστερούσε ακόμη πέντε ή έξι δευτερόλεπτα, το Boeing θα μπορούσε να καταλήξει στη σιδηροδρομική γραμμή ή στον αυτοκινητόδρομο που βρίσκονται ακριβώς μετά το τέλος του διαδρόμου, αναφέρει η
Το περιστατικό σημειώθηκε τον Απρίλιο του 2025 στο αεροδρόμιο Λούτον, ένα από τα πιο πολυσύχναστα του Λονδίνου. Έγινε όμως γνωστό μόλις στις 9 Ιουλίου, μετά τη δημοσίευση σχετικού δελτίου από τη βρετανική υπηρεσία διερεύνησης αεροπορικών ατυχημάτων, Air Accidents Investigation Branch.
Στο συμβάν ενεπλάκη αεροσκάφος της Ascend Airways, μιας βρετανικής εταιρείας πτήσεων τσάρτερ που σήμερα δεν λειτουργεί. Η εταιρεία διέθετε αεροσκάφη και πληρώματα σε άλλους αερομεταφορείς όταν υπήρχε αυξημένη ζήτηση.
Εκείνη την ημέρα, το Boeing 737 Max εκτελούσε την πτήση 5411 από το Λονδίνο προς την Αθήνα για λογαριασμό της Wizz Air UK. Στο αεροσκάφος επέβαιναν 162 επιβάτες, δύο πιλότοι και τέσσερις αεροσυνοδοί.
Ο κυβερνήτης είχε περίπου 10.000 ώρες πτήσης, από τις οποίες οι 3.000 στο συγκεκριμένο μοντέλο. Το πλήρωμα είχε αρχικά προγραμματίσει να χρησιμοποιήσει ολόκληρο τον διάδρομο 25 για την αναχώρηση.
Κατά τη διάρκεια της τροχοδρόμησης, όμως, ο πύργος ελέγχου πρότεινε στους πιλότους να ξεκινήσουν από μια ενδιάμεση διασταύρωση, ώστε να μειωθεί η απόσταση που θα έπρεπε να διανύσουν πριν μπουν στον διάδρομο. Ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης δέχθηκαν την αλλαγή.

Σύμφωνα με τους Βρετανούς ερευνητές, οι πιλότοι δεν επιβεβαίωσαν σωστά ότι οι νέες ταχύτητες απογείωσης, γνωστές ως «V speeds», είχαν ενημερωθεί στον υπολογιστή διαχείρισης πτήσης.
Οι ταχύτητες αυτές υπολογίζονται πριν από κάθε πτήση και είναι απαραίτητες για να γίνει η απογείωση με ασφάλεια, ακόμη και αν παρουσιαστεί βλάβη σε κινητήρα. Εξαρτώνται από το βάρος του αεροσκάφους, το μήκος του διαδρόμου, τη θερμοκρασία, τον άνεμο και το υψόμετρο του αεροδρομίου.
Η V1 είναι το σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορεί πλέον να διακοπεί με ασφάλεια η απογείωση. Η VR είναι η ταχύτητα στην οποία ο πιλότος σηκώνει τη μύτη του αεροσκάφους, ενώ η V2 είναι η ελάχιστη ταχύτητα που πρέπει να διατηρηθεί κατά την αρχική άνοδο, ακόμη και σε περίπτωση απώλειας κινητήρα.
Στη συγκεκριμένη πτήση, η V2 φαίνεται ότι δεν ενημερώθηκε σωστά μετά την αλλαγή του σημείου αναχώρησης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δοθεί μικρότερη ισχύς από εκείνη που απαιτούσε το μικρότερο διαθέσιμο μήκος διαδρόμου.
Όπως αναφέρει το πόρισμα, η μέγιστη ώθηση που χρησιμοποιήθηκε ήταν 82,1%, ενώ για την απογείωση από τη συγκεκριμένη διασταύρωση απαιτούνταν 85,2%. Η τιμή ήταν πολύ κοντά στο 81,4% που θα χρησιμοποιούνταν αν το αεροσκάφος είχε στη διάθεσή του ολόκληρο τον διάδρομο.
Από τη διασταύρωση Α, το διαθέσιμο μήκος ήταν 1.771 μέτρα, αντί για τα 2.116 μέτρα του πλήρους διαδρόμου. Έτσι, το αεροσκάφος χρειάστηκε πολύ περισσότερο χώρο για να σηκωθεί στον αέρα.
Όταν τελικά απογειώθηκε, απέμεναν μόλις 162 μέτρα ασφάλτου. Σύμφωνα με στοιχεία από τρεις ιστοσελίδες παρακολούθησης πτήσεων, η ταχύτητά του ήταν περίπου 276 χιλιόμετρα την ώρα, δηλαδή 16 χιλιόμετρα χαμηλότερη από την απαιτούμενη.
Το Boeing πέρασε το τέλος του διαδρόμου σε ύψος μικρότερο των τεσσάρων μέτρων. Το διεθνές όριο ασφαλείας προβλέπει ύψος τουλάχιστον 10,67 μέτρων, ώστε να υπάρχει αρκετή απόσταση από πιθανά εμπόδια.
Οι ερευνητές εξέτασαν και βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας του αεροδρομίου, συγκρίνοντας τη συγκεκριμένη αναχώρηση με άλλες κανονικές απογειώσεις. Το αεροσκάφος πετούσε τόσο χαμηλά, ώστε μόλις που φαινόταν πάνω από τα κτίρια του αεροδρομίου.
Η πτήση ολοκληρώθηκε χωρίς άλλο πρόβλημα και προσγειώθηκε κανονικά στην Αθήνα.
Εκπρόσωπος της Wizz Air δήλωσε: «Η ασφάλεια είναι η απόλυτη προτεραιότητά μας και λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπόψη τα συμπεράσματα της έρευνας της Aaib».
Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Η συγκεκριμένη πτήση εκτελούνταν από την Ascend Airways, η οποία ήταν υπεύθυνη και για τη συμπεριφορά του πληρώματος θαλάμου διακυβέρνησης και για την τήρηση όλων των επιχειρησιακών διαδικασιών και των ισχυόντων κανονιστικών απαιτήσεων».
Σύμφωνα με τη Wizz Air, η Aaib «χαρακτήρισε το περιστατικό ως ένα μεμονωμένο διαδικαστικό λάθος του πληρώματος πτήσης και δεν εντόπισε καμία τεχνική αδυναμία ή έλλειψη στο σύστημα διαχείρισης ασφάλειας της Wizz Air».
Η εταιρεία ανέφερε ακόμη: «Η Wizz Air εφαρμόζει αυστηρή εποπτεία σε όλους τους συνεργάτες wet lease».
Όπως διευκρίνισε: «Πριν επιλεγεί ένας αερομεταφορέας, πρέπει να πληροί εξαιρετικά αυστηρές κανονιστικές, επιχειρησιακές και απαιτήσεις ασφάλειας. Σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας, οι αερομεταφορείς βρίσκονται υπό συνεχή εποπτεία, η οποία περιλαμβάνει τακτική παρακολούθηση των επιδόσεων, ελέγχους ασφάλειας και επιθεωρήσεις, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση τόσο με τις κανονιστικές απαιτήσεις όσο και με τα επιχειρησιακά πρότυπα της Wizz Air».
Πηγή: www.newsit.gr

